"Ο συγκάτοικος του Ιωάννη"
(απόσπασμα)
Άλλοτε πάλι
ξυπνάς μέσα στη νύχτα απαρηγόρητος. Το σπίτι έρημο, πού πήγαν
οι άλλοι; Κι εσύ γιατί έμεινες;
Αλήθεια, τι ζήσαμε; Μικρά καθημερινά γεγονότα που δεν μάθαμε
ποτέ το κρυφό νόημά τους
η μοναξιά της κάμαρας, η απειλή των δρόμων, η σιωπή τ' ουρανού-
θυμάσαι εκείνο το βράδυ που μου 'πες: "αυτό που θα μας
συντρίψει ήταν απ' την πρώτη μέρα εδώ κοντά μας", "τι θέλεις
να πεις;" σε ρώτησα
δεν απάντησες, χίλια χρόνια τώρα και δεν απάντησες, αλλά από
τότε πριν κλειδώσω
κοίταζα κάτω απ' τη σκάλα, πίσω απ' τον καναπέ, κι αχ, μόνον
εκεί δεν κοίταζα-
δρόμοι που τους διαβήκαμε ολομόναχοι, μέρες θαμπές, χρόνια
χαμένα
κι εκείνο το άρωμα που μας τυλίγει όταν μας έχει πια σφραγίσει
το πεπρωμένο.
Θυμάμαι τον παππού κι αργότερα τον πατέρα: τις νύχτες έπαιρναν
τη λάμπα και κατέβαιναν στο υπόγειο
όταν ανέβαιναν ήταν λίγο ωχροί. Ύστερα μεγάλωσα κ' ήρθε η
σειρά μου να κατέβω. Πήρα τη λάμπα κι εκεί ανάμεσα σε
χαλασμένες ομπρέλες, γερασμένα παιχνίδια, γράμματα που δε
στάλθηκαν ποτέ
είδα με τρόμο το φάντασμα που αφήνει σε κάθε σπίτι φεύγοντας
ο χρόνος
(κάποτε στις παιδικές αρρώστιες ακούγαμε από τότε τα βήματα
του - και μεγαλώναμε απότομα).
Και τα βράδια
ριχνόμουνα στον ύπνο όπως σ' ένα θανάσιμο παιχνίδι, αλλά το
πρωί αυτή η καταραμένη σιδηροδρομική γραμμή
μ' έκανε ξανά να ελπίζω. Κι αγάπησα τους μακρινούς ορίζοντες,
τα μικρά παλαιοπωλεία
ή το γέλιο μιας γυναίκας τη νύχτα που κάνει τον κόσμο ακόμα
πιο ανεξήγητο.
Ω ασυλλόγιστα πουλιά, που ξαναφέρνετε την άνοιξη.
Ησυχία. Κοιμάμαι. Ο θάνατος θα με ξυπνήσει!
Τάσος Λειβαδίτης
(1921 - 1988)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου